K.K. Μοίρης Valentine Ο Κ.Κ. Μοίρης είναι ερωτευμένος Δημοσίευση: 14 Φεβρουαρίου 2009 Share "Mωρό μου,
Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα στο μαγαζί. Το δώρο σου, μέρα που ‘ναι, θα στο δώσω όταν μου δώσει το αφεντικό τα τρία που μου υποσχέθηκε."
Μωρό μου,
Σήμερα το αφεντικό με φώναξε στο γραφείο του και μου είπε ότι παίρνω δεκαπέντε μέρες άδεια.
Mε συγκίνησε ο ρουφιάνος.
Του είπα “όμως δεν θέλω τώρα δεκαπέντε μέρες άδεια, θέλω τον Αύγουστο”.
Μου είπε “αν επιζήσεις Καράογλου ως τον Αύγουστο, εμένα να με χέσεις”.
Ξέρεις πόσο θα θελα να το κάνω αυτό μωρό μου αλλά συγκρατήθηκα, μέρα που ‘ναι.
Του είπα “καλά τότε, θα την πάρω το Πάσχα”.
Μου είπε “τι Πάσχα ρε παπάρα, ούτε λαγάνα την Καθαρά Δευτέρα θα προλάβεις να αγοράσεις”.
Ξέρεις πόσο μου αρέσουν οι λαγάνες μωρό μου αλλά συγκρατήθηκα, μέρα που ‘ναι.
Tου είπα “να μοιράσουμε τότε τη διαφορά αφεντικό, πέντε μέρες τώρα, πέντε το Πάσχα και πέντε την Πρωτομαγιά”.
Μου είπε “το μόνο που έχω να μοιράσω μαζί σου γλυκέ μου είναι μισός μισθός”.
Ξέρεις πόσο συγκινούμαι όταν ακούω μισθός μωρό μου αλλά σκούπισα τα σάλια μου, μέρα που ‘ναι.
Tου είπα “με συγκινείς αλλά δεν χρειάζεται να το πάρω από τώρα το δώρο Πάσχα”.
Μου είπε “τώρα θα πάρεις τρία, να μη σε έχω να ξεροσταλιάζεις ως το Πάσχα”.
Όταν ακούω τρία μωρό μου, πολύ ταράζομαι.
Του είπα “δεν πειράζει, μπορώ να περιμένω ως τη Μεγάλη Πέμπτη κι ας πάρω δύο”.
Μου είπε “όχι αγόρι μου, τρία θα πάρεις εδώ και τώρα και θα ναι όλα δικά σου”.
Μετά χτύπησε το τηλέφωνό του και μου ‘δειξε την πόρτα.
Μετά βγήκα έξω και είδα την Γιαρδικιάρογλου να χει κάτι μούτρα ως τη μοκέτα, είχε και τρία κουμπιά απ' το πουκάμισο ορθάνοιχτα.
Ξέρεις πόσο μου αρέσει η Γιαρδικιάρογλου μωρό μου αλλά κοίταζα μόνο τη μοκέτα, μέρα που ‘ναι.
Της είπα “πήρες κι εσύ δέκα μέρες άδεια και μισό μισθό δώρο ;”.
Μου είπε “μια ζωή μαλάκας ρε Καράογλου, είκοσι πήρα”.
Της είπα “και γιατί ρε Γιαρδικιάρογλου εσύ διπλά; εγώ στο πηγάδι κατούρησα ;“.
Μου είπε “μια αιωνιότητα και μια μέρα μαλάκας ρε Καράογλου, μυρωδιά δεν πήρες;”.
Της είπα “και είκοσι και γκρινιάζεις; εγώ με αχάριστες δεν μιλάω, βγαίνω να πάρω δώρο στο μωρό μου, μέρα που ‘ναι”.
Μου είπε “εγώ πώς μιλάω με βλαμμένους ρε Καράογλου; τι δώρο θα της πάρεις ρε άνεργε παπάρα; γκοφρέτα;”.
Όταν ακούω “άνεργε” μωρό μου, πολύ ταράζομαι. Καλύτερα να ‘βλεπα τον Τράγκα ξεβράκωτο, μέρα που ‘ναι.
Mωρό μου.
Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα στο μαγαζί. Το δώρο σου, μέρα που ‘ναι, θα στο δώσω όταν μου δώσει το αφεντικό τα τρία που μου υποσχέθηκε. Εκτός αν με προλάβει και τα πάρει αυτή η κουφάλα η Γιαρδικιάρογλου. Μόλις την είδα να χτυπάει την πόρτα του αφεντικού και να ξεκουμπώνει άλλο ένα κουμπί…